ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ

τοπικά ιβ΄: Θεατρικότητα και Θεωρία

Ι.

Αντικείμενο του εργαστηρίου αποτελούν το θέατρο και οι αντιλήψεις περί θεατρικότητας ως αφετηρία για την εξέταση της έντασης μεταξύ της πραγματικότητας και των αναπαραστάσεών της. Οι εισηγήσεις και συζητήσεις ιχνηλατούν την περιοχή που καλύπτει το θέατρο ως μοντέλο για την κατανόηση του προβλήματος της αναπαράστασης. Με πρώτο ζητούμενο την οριοθέτηση αυτής της περιοχής, κεντρικό άξονα του εργαστηρίου αποτελεί η κατανόηση της αναπαράστασης ως διαδικασίας και όχι ως δεδομένου, παγιωμένου συσχετισμού.

Η ανάδειξη και σύνθεση στοιχείων τα οποία προσιδιάζουν στη θεατρικότητα για την προσέγγιση της αναπαραστατικής διαδικασίας προσδίδει στο εργαστήριο έναν κατά κύριο λόγο μεθοδολογικό-κριτικό χαρακτήρα παρά το ορίζει θεματικά. Δεδομένου αυτού του προσανατολισμού, οι θεματικές ενότητες των συζητήσεων θα διαμορφωθούν κυρίως με κριτήριο τη συνάφεια των προβληματικών που αναδεικνύουν προς τις διάφορες όψεις της θεατρικότητας και λιγότερο τη θεματική συγγένεια μεταξύ των εισηγήσεων.

Όσο όμως η φύση των ζητουμένων του εργαστηρίου καθιστά προφανή την ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης, τόσο η απαίτηση της διεπιστημονικότητας θα παραμείνει στείρα επίκληση ενός δέοντος ή απλό άλλοθι θεωρητικής αμηχανίας, αν οι εισηγήσεις και συζητήσεις περιοριστούν στην παρατακτική παρουσίαση των αντιλήψεων διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Αντίθετα, τα διαφέροντα του εργαστηρίου μπορούν να υπηρετηθούν μόνο αν τεθούν υπό συζήτηση επεξεργασίες οι οποίες δοκιμάζουν νέες εννοιολογήσεις, πέρα από τα όρια των παραδεδεγμένων διαχωρισμών σε γνωστικά αντικείμενα, έστω ως πρώτη προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου προβλήματος όπως η σχέση θεατρικότητας και θεωρίας, ενός προβλήματος που θεματοποιείται με μεγάλη ένταση μόλις τα τελευταία χρόνια. Από μεθοδολογικής πλευράς αλλά και από την άποψη του περιεχομενικού πυρήνα, δηλ. του ζητουμένου της αναπαράστασης και των διαστάσεων του σε ποικίλες θεωρητικές περιοχές, το εργαστήριο εγγράφεται στην παράδοση που έχουν εγκαθιδρύσει τα Τοπικά και φιλοδοξεί να συμβάλλει με τη σειρά του στην κατοχύρωση της κουλτούρας θεωρητικού διαλόγου που έχουν  εγκαινιάσει.


ΙΙ.

Η καταστατική διαπλοκή θεάτρου και θεωρίας δεν έλκει απλώς την καταγωγή της από το ελληνικό θεωρείν ή τα γερμανικά vorstellen και darstellen, για να περιοριστούμε σε προφανή παραδείγματα κοινής μήτρας της γλωσσικής τους έκφρασης, αλλά έχει την ιδρυτική της στιγμή στο αρχαίο δράμα και τη συγκαιρινή του εγγραφή στη φιλοσοφία. Αν η αρχαία τραγωδία σηματοδοτεί την είσοδο της δημοκρατίας στην πολιτική σκηνή με τη δραματοποίηση των θεωρητικών, κοινωνικών και ηθικών διακυβευμάτων αυτής της μετάβασης, η συνακόλουθη διαμόρφωση της πλατωνικής φιλοσοφίας καθορίζει την αντιμετώπιση του θεάτρου από τη δυτική σκέψη μέσα από την προοπτική του διαχωρισμού μεταξύ ψεύδους και αληθείας. Παρ’ όλο που το θέατρο θεωρείται χώρος σύγχυσης μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, διάκριση η οποία παραπέμπεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της φιλοσοφίας, οι θεατρικές προκείμενες δεν παύουν να υπολανθάνουν στην ίδια τη συγκρότηση του θεωρητικού στοχασμού, χωρίς ωστόσο κατά κανόνα να εγγράφονται στην αυτοσυνείδησή του. Ο αγώνας, ο διάλογος, η ρητορική, το επιχείρημα συνιστούν, από τη μία, θεμελιώδεις τρόπους μέσω των οποίων η φιλοσοφία διεκδικεί τη μετάβαση από το μύθο στο λόγο, ενώ από την άλλη αποτελούν κατ’ εξοχήν μέσα του θεατρικού είδους.

Αν με τον Νίτσε μετασχηματίζεται ριζικά το ερώτημα περί του έργου της φιλοσοφίας ως κατίσχυση της αληθείας εις βάρος της πλάνης, σήμερα, σε μία μεταιχμιακή εποχή, μπορούμε να αναρωτηθούμε εκ νέου, αλλά και με αξιώσεις απολογισμού για τη φύση των θεωριών ως αναπαραστάσεων αλλά και ως θεατρικών μεταπλάσεων της πραγματικότητας. Με αυτό τον τρόπο η ένταση μεταξύ των ειδώλων του θεάτρου και των θεωρητικών ειδώλων του κόσμου, ή μεταξύ θεατρικών μορφών και εννοιών ως εγκύρων και αληθών αναπαραστάσεων της πραγματικότητας, τίθεται στο κέντρο των προβληματισμών του εργαστηρίου.


ΙΙΙ.

Η συζήτηση για τη θεατρικότητα μετεωρίζεται σήμερα ανάμεσα στην κατανόηση της τέχνης του θεάτρου και την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς πριν ακόμη προχωρήσει στην εξέταση της θεατρικής διάστασης των αναπαραστάσεων στη θεωρία. Μπορεί έτσι να επανανακαλύπτει τις αξιώσεις μίας άποψης του κόσμου ως σκηνή, αξιώσεις ανάλογες με τη λογική του teatrum mundi, ή να οριοθετεί σχολαστικά περιοχές της ανθρώπινης εκφραστικής που έχουν νόημα μέσα σε ένα απόλυτα καθορισμένο πλαίσιο όπως η σκηνή μια θεατρικής παράστασης.

Μία ιστορική-αρχαιολογική προσέγγιση παρ’ ότι απαραίτητη δεν μπορεί να είναι επαρκής, καθώς οι αφετηριακές συστηματικές αξιώσεις είναι αδύνατον να ικανοποιηθούν εξ αιτίας του όγκου και της πολυπλοκότητας των ερωτημάτων. Στο πλαίσιο μίας διεπιστημονικής συζήτησης η οποία φιλοδοξεί να μην περιοριστεί στην παράταξη των θεωρήσεων διαφόρων κλάδων, η θεατρικότητα δεν μπορεί να νοείται ως σαφώς καθορισμένη πρακτική αλλά ως έννοια που εκπροσωπεί έναν  τρόπο συσχέτισης της μορφής με το περιεχόμενο, της σημαίνουσας ύλης με το ανακαλούμενο νόημα. Η θεατρικότητα μπορεί έτσι να καταστεί ένας όρος κλειδί για την έκφραση πολώσεων οι οποίες διαπερνούν αυτή τη βασική συσχέτιση, ανάλογα με την εκάστοτε θεμελίωση. Είναι η μορφή προϊόν του περιεχομένου ή το διαχειρίζεται; Μέσω ποιας διαλεκτικής διαπλάθεται το περιεχόμενο από τη μορφή; Και αν οι μορφές μπορούν κατά τη διαμεσολάβησή τους να τροποποιούν το περιεχόμενο στο όνομα του οποίου συγκροτούνται, πως αποκαθίσταται η σχέση τους με το περιεχόμενο που διαμορφώνουν εφόσον αυτό διαφέρει από εκείνο που προκάλεσε τη γένεσή τους;

Ωστόσο, η θέση ότι το υποδύεσθαι συνιστά ψεύδος είναι μόνο μία από τις δυνατές οπτικές που μπορεί κανείς να υιοθετήσει απέναντι στη σχέση μορφής και περιεχομένου που διαχειρίζεται η θεατρικότητα. Ενώ η πλουραλιστική αποδοχή καταστατικά ισοσθενών προσεγγίσεων δεν συμβάλλει στη συγκρότηση ενός πεδίου διαλόγου, η συνθετική εννοιολόγηση της θεατρικότητας μπορεί να μορφοποιήσει τη συζήτηση για την ανάδυση του νοήματος στις ανθρώπινες πρακτικές μέσω της προβληματοποίησης του συστατικού ρόλου της διατύπωσης και της έκφρασης. Τα ερωτήματα που ακολουθούν επιχειρούν να οριοθετήσουν μία σειρά από θεματικές ως άξονες γύρω από τους οποίους οργανώνονται οι συζητήσεις του εργαστηρίου. 


ΙV.

1. Σε μία τέτοια προοπτική, η αναλυτική της θεατρικότητας μπορεί να δρομολογήσει την αναζήτηση της εγγραφής του νοήματος στη γλώσσα. Άλλωστε, ο χώρος του θεάτρου αποτελούσε πάντοτε πηγή άντλησης μεταφορικών κατασκευών για την απόδοση όχι μόνον θεωρητικών συλλήψεων αλλά και της καθημερινής επικοινωνίας. Πώς η γλώσσα σκηνοθετεί το νόημα, πώς και τι μεταφέρει, πώς η εκφορά και οι διατυπώσεις της εμπλέκονται στη γένεσή του; Είναι η μεταφορά, ο συμβολισμός και η αλληγορία μορφές ακύρωσης της κυριολεξίας, θεατρικές παρεκτροπές της γλώσσας και της γραφής ή αναγκαία συστατικά για την παραγωγή του νοήματος, θεμέλια της γλωσσικής έκφρασης; Αν η εκφορά του λόγου θεωρηθεί πρακτική νοηματοδότησης, πώς εμπλέκει ενεργήματα υπόκρισης ή μεταμφίεσης; Και είναι αυτά τα ενεργήματα εξωτερικά ως προς το σύστημα της γλωσσικής επικοινωνίας ή αναγκαία στοιχεία που τοποθετούν τη γλώσσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα, τα οποία συγκαθορίζονται από παράγονταες όπως η δύναμη, η επιθυμία ή η φαντασία ;

2. Μέσα από την προοπτική της θεατρικότητας είναι επίσης δυνατόν να οργανωθεί η συζήτηση για τη διαδικασία συγκρότησης της υποκειμενικότητας ακόμη και πέρα από τη γλωσσική της διάσταση. Αν οι ταυτότητες γεννώνται, χάνονται ή διαπλάθονται μέσα από τις εκφράσεις τους, πώς μπορεί η θεατρικότητα να σχηματοποιήσει και να κατηγοριοποιήσει αυτές τις εκφράσεις; Πρόκειται απλώς για την υιοθέτηση ρόλων, οι οποίοι ως μάσκες καλύπτουν μία αλλοτριωμένη υποκειμενικότητα ή οι ταυτότητες συγκροτούνται μέσα από τις εκδηλώσεις τους στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων; Αποτελούν οι ταυτότητες που αντιστοιχούν στη κατάληψη συγκεκριμένων κοινωνικών θέσεων θεατρικές αναπαραστάσεις, παραμορφωτικά ή όχι, στη βάση συνειδητών ή ανακλαστικών αντιδράσεων;

Η θεατρική προβληματική παρέχει στα πλάισια της ίδιας συνάφειας πρόσβαση στο μη αναγώγιμο σωματικό χαρακτήρα του υποκειμένου, αναγνωρίζοντας το σώμα ως ενεργό όρο της διαδικασίας της αναπαράστασης. Αν όμως το σώμα ενεργοποιεί τη σκηνή των διαλογικών σχέσεων, το προσωπικό νόημα δραματοποιείται ταυτόχρονα σε μια άλλη σκηνή, την εσωτερική σκηνή του ασυνείδητου. Εφ’ όσον η δράση στη σκηνή αυτή υπακούει σε μια ιδιαίτερη δραματουργία, η εξέταση της δομής του ασυνείδητου με θεατρικούς όρους μας ανοίγει μια νέα προοπτική για την αποκάλυψη της συγκρότησής του. Σε αυτό το πλαίσιο  επανατίθενται τα ερωτήματα γύρω από τους παράγοντες που ορίζουν τη δραματουργία του ασυνείδητου καθώς και τις μορφές που παίρνουν οι κοινωνικές εγγραφές σε αυτό.

3. Η θεατρική αναλυτική συμβάλλει σε μία διαφορετική θεώρηση του πολιτικού στοχασμού αλλά και της ίδιας της πολιτικής, αναδιατυπώντας με τους δικούς της όρους τη συναφή προβληματική. Με αφετηρία το ερώτημα περί της φύσης και της λειτουργίας του ίδιου του πολιτικού, η ανάδειξη των θεατρικών πρακτικών της πολιτικής επιτρέπει την προσέγγισή της ως δραματουργίας και σκηνικής έκφρασης προβάλλοντας τα ιδεολογικά και κοινωνικά της χαρακτηριστικά σε ένα νέο ορίζοντα. Η ανάλυση της πολιτικής στις επιτελεστικές διαδικασίες δραματοποίησης και σκηνοθεσίας της θέτει τα προβλήματα του πολιτικού λόγου και του πολιτικού επιχειρήματος, της κυριαρχίας και της δημοκρατίας ή του ήθους και του νόμου κάτω από ένα πρίσμα που αποκαλύπτει διαστάσεις οι οποίες συχνά παραμένουν κρυφές ή θεωρούνται ξένες προς το πολιτικό στοιχείο. Εφ’ όσον δεν μπορούμε να σκεφτούμε την πολιτική ανεξάρτητα από τις εκδηλώσεις της, τότε η οπτική γωνία της θεατρικότητας μας επιτρέπει να καταστήσουμε το πλέγμα σύλληψής του πολιτικού στοιχείου λιγότερο στατικό και κατά συνέπεια συμβάλλει στην αυτονόμηση της κατανόησης της πολιτικής από τις παραδεδομένες της σημάνσεις. Όσο οι εκδηλώσεις του ήθους, οι παραδειγματικές συμπεριφορές, οι συλλογικές δράσεις και φαντασιακές εικόνες, η θεατρικότητα εν τέλει της ατομικής και συλλογικής παρουσίας και δράσης επανεξετάζονται ταυτόχρονα ως θέαμα, τόσο είμαστε υποχρεωμένοι να προσεγγίσουμε την πολιτική μέσω του θεατρικού της χαρακτήρα και κατά συνέπεια μέσω της σχέσης μεταξύ σκηνικής δράσης και θεατών.

4. Η θεατρική θεματική μπορεί να προβληματοποιήσει όλες εκείνες τις εκδηλώσεις των ανθρώπων οι οποίες βρίσκονται, φαινομενικά τουλάχιστον, πέραν της ανάγκης. Οι πρακτικές που αποκαλούμε τελετουργικές, πρακτικές συχνά υπερβολικές, σπάταλες, υπερ-εκφραστικές και έντονα συμβολικές είναι οι πλέον προσηλωμένες στη σκηνοθεσία του κοινωνικού νοήματος συλλογικές πρακτικές. Η αφετηρία της θεατρικής αναπαράστασης βρίσκεται άλλωστε στις πρωταρχικές τελετουργίες με έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Οι προβληματικές της θεατρικότητας υπόσχονται έτσι μια μεθοδολογική θεώρηση σύμφυτη με το περιεχόμενο πάνω στη φύση και τη λειτουργία της λατρείας, την επιτελεστική δυναμική του θρησκευτικού φαινομένου καθώς και το διαμεσολαβητικό τους ρόλο στη συγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων. Και ίσως η προσέγγιση μέσω της θεατρικότητας προσκομίσει ενδείξεις της ακόμη ανεύρετης δομής πίσω από τις, πολλές φορές ανορθολογικές, μορφές που δημιουργούν οι άνθρωποι προκειμένου να αποκαταστήσουν μια σχέση με το ιερό και το άφατο, ή να απεικονίσουν το μυστηριώδες και. το τρομακτικό ή ακόμη και να εκφράσουν με μεγαλύτερη ενάργεια καταστάσεις οι οποίες ενώ παράγονται σε κοινωνικά συγκείμενα εν τούτοις δεν μπορούν να αποτυπωθούν από τους καθημερινούς τρόπους μεσολάβησής τους.


V.

Η πραγμάτευση των θεματικών κύκλων που σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω θα είναι βέβαια αδύνατη αν δεν συναρτάται με την ανάλυση του ίδιου του θεάτρου ως καλλιτεχνικής μορφής. Τόσο η διαχρονική εξέλιξη των μορφολογικών του μετασχηματισμών σο και η διαπλοκή τους με τα εκάστοτε ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα αποτελούν το υλικό από το οποίο τροφοδοτούνται οι αναζητήσεις γύρω από τη θεατρικότητα της γλώσσας, της συγκρότησης του υποκειμένου, της πολιτικής ή της λατρείας. Μόνο η συνεχής αναπομπή της θεατρικής διάστασης διαφορετικών εκφάνσεων του πολιτισμού στα ιδαίτερα χαρακτηριστικά της μορφής ‘θέατρο’ καθιστά ελέγξιμη τη χρήση στοιχείων αυτής της μορφής προκειμένου να αναλυθούν άλλα φαινόμενα. Ταυτόχρονα η ανάλυση αυτών των άλλων φαινομένων, καθώς αφορούν άμεσα το θέατρο, φιλοδοξεί να συνεισφέρει στη διερεύνηση της δικής του ιδιοσυστασίας, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα της διεπιστημονικής θεώρησης ως απαίτησης ανασύνθεσης νέων εννοιλογικών πεδίων.. Μέσα από την αμφίδρομη σχέση θεάτρου και θεωρίαςτο θέατρο παραμένει στο επίκεντρο των συζητήσεων του εργαστηρίου ως το πρίσμα μέσα από το οποίο διαθλώνται ποικίλα ερωτήματα και προβλήματα ώστε να αναδειχθούν πλευρές τους που αλλοιώς θα έμεναν αθέατες.

Δημήτρης Καρύδας, Σταύρος Σταυρίδης


Το πρόγραμμα:

τοπικά ιβ΄

8-11 Σεπτεμβρίου 2007, Χώρα και Καψάλι Κυθήρων


ΣΑΒΒΑΤΟ 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 10.30-14.00
ΜΕΡΚΑΤΟ, ΧΩΡΑ

Γιάννης Βογιατζής, Το θέατρο πριν και μετά την καταστροφή.
Σωζήτα Γκουντούνα, Theatricality and the Look of Non-Art.
Νίκος Ζιώγας,Θεωρίες σκηνικής αναπαράστασης στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου.
Χαράλαμπος Μπαλτάς, Αναπαράσταση, αλήθεια και πολιτική: Η εννοιολόγηση του Οιδίποδα στην ύστερη νεωτερικότητα.
Αλέξανδρος Ευκλείδης,Η αναζήτηση της καθαρής παρουσίας στο θέατρο – μετά το δραματικό.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 19.00-22.00
ΖΕΙΔΩΡΟ, ΚΑΨΑΛΙ

Σταύρος Σταυρίδης,Θεατρικότητα και θεωρία: Ο μετέωρος χώρος της σκηνής.
Μάρκος Τσέτσος,Θεατρικότητα και μουσικότητα στην όπερα.
Θεατρικότητα και σύγχρονη τέχνη: προβολή βίντεο.


ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 11.00-14.00
ΜΕΡΚΑΤΟ, ΧΩΡΑ

Νίκος Παναγιωτόπουλος,Δραματουργική προσέγγιση και διαθεσιοκρατική θεωρία της δράσης.
Στανγκανέλης Πέτρος-Ιωσήφ, Ο ιστορικός ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός. Η περίπτωση της Επιστροφής του Μαρτίνου Γκερ
Νατάσα Κατσογιάννη, Από την ανάμνηση της πραγματικότητας στην αλήθεια της φαντασίωσης.
Γεωργία Καλογεροπούλου, Το πρόβλημα της αναπαράστασης και η δραματουργία του ασυνειδήτου: η επανάληψη ως εργαλείο δόμησης του χρόνου 
στα πλαίσια της φροϋδικής τοπολογίας του υποκειμένου και η καντιανή διάσταση του φροϋδικού λόγου.


ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 17.00-20.00
ΜΕΡΚΑΤΟ, ΧΩΡΑ

Δήμητρα Σγουρούδη, Η θεατρικότητα της γλώσσας.
Γιώργος Καράμπελας, Δραματουργίες της θεωρίας του λόγου: δύο μοντέλα.
Γιάννης Μίχος, Θεατρικότητα και θεωρία: Και «πάλι» για τον Γαλιλαίο του Μπρεχτ.
Κύρκος Δοξιάδης, Λόγος, αναπαράσταση, θεατρικότητα.


ΔΕΥΤΕΡΑ 10 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 11.00-14.00
ΜΕΡΚΑΤΟ, ΧΩΡΑ

Στέλιος Βιρβιδάκης, Η θεατρική διάσταση του φιλοσοφικού λόγου.
Στέφανος Δημητρίου, Πόρρω άρα που του αληθους η μιμητική έστιν( Πλάτωνος, Πολιτεία 598 b 6): Η θεατρικότητα ως μίμησις και το πρόβλημα 
του ορισμού.
Mαρία Πουρνάρη, Ο διαρκής εαυτός και η προσωπική ταυτότητα στον David Hume.
Γιάννης Πρελορέντζος, Όψεις της συνάντησης της φιλοσοφίας, της θεολογίας και του θεάτρου στον 16ο και στον 17ο αιώνα: ο ρόλος των «παθών της ψυχής».


ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 17.00-20.00
ΜΕΡΚΑΤΟ, ΧΩΡΑ
 
Δημήτρης Καρύδας, Γιώργος Σαγκριώτης, Η σκηνοθεσία της ιστορίας: χορός φαντασμάτων;
Δρούλιας Τάσος, Η αναζήτηση του Αβερρόη.
Σπύρος Καλτσάς, Η πολιτική ανάμεσα στην ουτοπία και στην πραγματικότητα : Ο Rousseau και η επιστολή στον D’Alembert περί των θεαμάτων.

 
ΤΡΙΤΗ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 10.30-14.00
ΜΕΡΚΑΤΟ, ΧΩΡΑ

Σπύρος Τέγος, Θέατρο, πόλη και ηθική:  ο ρόλος του θεατή στον Άνταμ Σμιθ.
Αντώνης Γεωργούλας, Παιγνίδια μεθορίου: το μιμητικό μοντέλο και η διαλεκτική του.
Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Θεατρικότητα και επικοινωνία ανθρώπου-υπολογιστή.
Βασίλης Τσελφές και Αντιγόνη Παρούση, Θέατρο και "επιστήμη" στην εκπαίδευση.
Γεράσιμος Κουζέλης, Αγοράζοντας χαλκό: μερικές σκέψεις σχετικά με τον Μπρεχτ.

 
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ 18.00-22.00
ΖΕΙΔΩΡΟ, ΚΑΨΑΛΙ

Νικόλας Τσαφταρίδης, Χιούμορ, θεατρικότητα και λόγια μουσική.
Νικόλας Τσαφταρίδης, Παναγιώτης Καννελόπουλος, Αυτοσχεδιασμός στη σύγχρονη μουσική.


Κλείσιμο

Γιορτή